Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2016

Από την Αλεξανδρούπολη σε έναν από τους μεγαλύτερους δημοσιογραφικούς οργανισμούς του κόσμου. Κατερίνα Ηλιακοπούλου, η Ελληνίδα φοιτήτρια που εντυπωσίασε τους New York Times

Σε ένα επεισόδιο του 4ου κύκλου του House of Cards ο πλανητάρχης Φρανκ Άντεργουντ (Κέβιν Σπέισι) μονολογεί περί επιτυχίας στην κάμερα: «Αρχικά, πρέπει να μάθεις να τραβάς κουπί. Μόνο τότε θα μπορέσεις να πάρεις τιμόνι στα χέρια σου». Ο δρόμος της Κατερίνας από τις αλάνες της Αλεξανδρούπολης σε ένα από τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου κι από εκεί στο δυναμικό των New York Times




φανερώνει πως η νεαρή Ελληνίδα γνωρίζει καλά από κουπί. Κι από τιμόνι.
Την πετυχαίνω Πέμπτη βράδυ, λίγο μετά τις 21:00 (ώρα Αμερικής). Έχει μιάμιση ώρα που έχει γυρίσει από τα γραφεία των New York Times και στο βάθος του πλάνου εντοπίζω μια πολύχρωμη κουζίνα και μια στοίβα χαρτιά. «To βραδινό homework» θα μονολογήσει χαμογελώντας. Η συζήτησή μας ξεκινά.
«Οι παιδικές εικόνες μου από την Αλεξανδρούπολη είναι γεμάτες με θάλασσα, βόλτες στην παραλία, παιχνίδια στον αυλόγυρο δίπλα στην εκκλησία του Άγιου Νικόλαου, καφέ στα στενά της πόλης. Η ομορφιά της πόλης όμως για μένα βρίσκεται κυρίως στους ανθρώπους που βοήθησαν να δημιουργηθούν όλες αυτές οι εικόνες. Δάσκαλοι, παλιοί συμμαθητές, φίλοι χρόνων και φυσικά η οικογένειά μου.
Δεν είχα κάποιο όνειρο από μικρή ηλικία, αλλά όταν ήμουν δεκαπέντε άρχισα να διαβάζω ό,τι είχε σχέση με αστροφυσική, συμμετείχα σε διαγωνισμούς αστρονομίας (όπου και είχα βραβευτεί) και είχα αποφασίσει ότι θέλω να γίνω αστροφυσικός της NASA, για να μελετώ πλανήτες, γαλαξίες και σούπερ νόβα. Τελικά, το εγκατέλειψα το όνειρο όταν δήλωνα σχολές στο μηχανογραφικό, από φόβο μήπως τελικά δεν αποδειχτεί αυτό που είχα φανταστεί. Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούσα να δω τον εαυτό μου σε ένα εργαστήριο, να ερευνώ με τις ώρες, ήθελα να βρίσκομαι με κόσμο, να μην είμαι απομονωμένη. Οπότε μάλλον το όνειρο δεν ήταν πραγματικό πάθος για την αστροφυσική, περισσότερο φλερτ θα το έλεγα. Επέλεξα να πάω στη σχολή Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών του Α.Π.Θ. γιατί είχε αρκετά μαθήματα που με ενδιέφεραν, αλλά και επειδή μου έδινε τη δυνατότητα να εργαστώ σε πολλούς διαφορετικούς κλάδους και πάντα έκανα επιλογές με βάση το πόσες πόρτες θα μου ανοίγονταν μετέπειτα. Σήμερα, δε το μετανιώνω που διάλεξα τη συγκεκριμένη σχολή.
Πρέπει εδώ να αναφέρουμε ότι ένα μεγάλο συν των ελληνικών πανεπιστημίων, όπως και πολλών ευρωπαϊκών, είναι ότι είναι δημόσια και ο καθένας έχει τη δυνατότητα να σπουδάσει αν περάσει τις εξετάσεις. Δεν νομίζω ότι το εκτιμούμε αυτό όσο θα έπρεπε στην Ελλάδα, περισσότερο το θεωρούμε δεδομένο. Όσο σπούδαζα στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης αισθάνθηκα ότι έλαβα καλές γνώσεις στις προπτυχιακές μου σπουδές που μου επέτρεψαν να μην έχω κενά κατά την παρακολούθηση των μεταπτυχιακών μαθημάτων στο Τμήμα Πληροφορικής. Παρ' όλα αυτά, στο ελληνικό πανεπιστήμιο δεν υπήρχε η ίδια σχέση και επικοινωνία με τους καθηγητές και κυρίως δεν υπήρχε η ίδια όρεξη για να μάθεις. Στο Κολούμπια τα μαθήματα δεν θεωρούνται αγγαρεία ή μια εξέταση που πρέπει να περάσεις για να πάρεις ένα χαρτί, όπως πολύ συχνά αισθανόμουν στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων. Σε κάθε διάλεξη μαθήματος νιώθεις ότι λαμβάνεις καινούριες γνώσεις και προσόντα που θα σε βοηθήσουν στη μελλοντική σου καριέρα και πορεία, πράγμα που σου δίνει κίνητρο και ενθουσιασμό για να προσπαθήσεις ακόμα περισσότερο. Επίσης, υπάρχει απίστευτη διασύνδεση τόσο με τον υπόλοιπο ακαδημαϊκό χώρο, όπως και με τη βιομηχανία. Σε αυτό φυσικά συνεισφέρει και η φήμη του πανεπιστημίου ως ενός από τα καλύτερα του κόσμου, οπότε οι εταιρείες επιδιώκουν να προσλάβουν αποφοίτους. Στα ελληνικά πανεπιστήμια για κάποιο λόγο η διασύνδεση με εταιρείες και η όποια επιχειρηματική δραστηριότητα ενοχοποιούνται αυτόματα και ως εκ τούτου πολλοί φοιτητές δεν γνωρίζουν τι προοπτικές υπάρχουν μετά το πτυχίο», αναφέρει η Κατερίνα και στέκεται στο πώς από έναν τεχνοκρατικό χώρο, όπως αυτός του Πολυτεχνείου, οδηγήθηκε στο θεωρητικό πεδίο της δημοσιογραφίας.


Αφότου αποφοίτησα από το Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών ήμουν λίγο στα χαμένα με το πού θα ήθελα να εργαστώ ή ποιος ειδικότερος κλάδος θα με ενδιέφερε να τον ακολουθήσω ως μηχανικός. Έτσι αποφάσισα να εργαστώ στο ΕΚΕΤΑ, στο ερευνητικό ινστιτούτο ΙΠΤΗΛ, το οποίο αναλαμβάνει έργα με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Το έργο στο οποίο συμμετείχα εγώ ονομαζόταν "Social Sensor" και ήταν μια διαδικτυακή πλατφόρμα που ανίχνευε breaking news stories ή trending news στα social media. Το εργαλείο αυτό υλοποιήθηκε με στόχο να χρησιμοποιηθεί πρωταρχικά από δημοσιογράφους και έτσι είχαμε συνεργάτες από διάφορους ειδησεογραφικούς οργανισμούς στο πρότζεκτ, όπως BBC, Deutsche Welle, Yahoo News κτλ. Η επαφή αυτή με την επιστήμη της δημοσιογραφίας με έκανε να καταλάβω ότι τα ΜΜΕ και γενικότερα η επιστήμη της πληροφόρησης στην εποχή του διαδικτύου και των κοινωνικών δικτύων είναι κάτι που με ενδιαφέρει πολύ και που θα ήθελα να κυνηγήσω σε επίπεδο καριέρας. Και όλως περιέργως ανακάλυψα ότι το Κολούμπια είχε ξεκινήσει ένα καινοτόμο διπλό μεταπτυχιακό που σου έδινε τη δυνατότητα να σπουδάσεις πληροφορική και δημοσιογραφία παράλληλα. Η δημοσιογραφία ήταν μια ωραία αλλαγή από τον τεχνοκρατικό χώρο του Πολυτεχνείου, ο οποίος, όσο και αν μου αρέσει, μπορεί να γίνει αρκετά αποστειρωμένος. Μου έδωσε τη δυνατότητα να σκεφτώ τον κόσμο διαφορετικά, να ανοίξω νέους ορίζοντες, αλλά και να ανακαλύψω πράγματα για τον εαυτό μου.
Πιστεύω ότι η κύρια δυσκολία, στην αρχή, ήταν να πιστέψω μέσα μου ότι είμαι δημοσιογράφος. Στη σχολή δημοσιογραφίας του Κολούμπια σε στέλνουν για ρεπορτάζ από την πρώτη εβδομάδα των μαθημάτων, καθώς ο καλός δημοσιογράφος είναι αυτός που βγαίνει έξω και μιλάει σε κόσμο και όχι αυτός που κάθεται στο γραφείο του. Οπότε, βρέθηκα ξαφνικά στους δρόμους της Νέας Υόρκης να μιλάω σε άγνωστο κόσμο, σε μία γλώσσα που δεν ήταν η μητρική μου, και να προσπαθώ να τους πείσω ότι είμαι σοβαρή δημοσιογράφος. Χρειάστηκα λίγο διάστημα για να το καταφέρω, αλλά η όλη εμπειρία μού επέτρεψε να γνωρίσω πολλές πλευρές της Νέας Υόρκης, να μιλήσω με ανθρώπους πολύ διαφορετικούς από μένα και να βρεθώ σε καταστάσεις που δεν θα φανταζόμουν ότι θα έβαζα ποτέ τον εαυτό μου, όπως το ότι πήρα συνέντευξη από μια μητέρα που είδε τον γιο της να δολοφονείται γιατί ήταν ομοφυλόφιλος στις φτωχικές εργατικές κατοικίες του Χάρλεμ, μέχρι τους Ιρανούς εμπόρους παραδοσιακών χαλιών στο κέντρο του Μανχάταν που εκλείπουν πλέον λόγω της αλλαγής στη μόδα διακόσμησης σπιτιών», εξιστορεί και στέκεται στη νέα εποχή της δημοσιογραφίας, επιχειρώντας μια σύγκριση με το ελληνικό περιβάλλον.


«Όσο ασύνδετα και αν φαίνονται, η δημοσιογραφία πλέον όπως και πολλοί κλάδοι έρχονται ολοένα πιο κοντά με την επιστήμη της πληροφορικής. Εκτός του ότι πλέον η δημοσιογραφία διεξάγεται επί το πλείστον στο διαδίκτυο (με τη χρήση των μηχανών αναζήτησης όπως η Google, με τα κοινωνικά δίκτυα όπως το Twitter και το Facebook, αλλά και με ειδικές εφαρμογές στα κινητά τηλέφωνα), η πληροφορική λειτουργεί ως αρωγός και στο πώς διεξάγεται η ίδια η δημοσιογραφία. Πέρα δηλαδή από τον τόπο, ορίζει και τον τρόπο. Κύρια παραδείγματα αποτελούν δημοσιογραφικά κομμάτια που περιέχουν γραφήματα από ανάλυση δεδομένων, τα οποία απαιτούν γνώση data visualization και data analysis, ή η κρυπτογράφηση πληροφορίας σε περίπτωση που ο δημοσιογράφος βρίσκεται ανταποκριτής σε εμπόλεμη ζώνη ή ανταλλάσσει πληροφορία που περιέχει ευαίσθητο περιεχόμενο που δεν θα έπρεπε να ανακαλυφθεί από τρίτους.
Η πληροφορική, όμως, μπορεί να βοηθήσει τους περισσότερους δημοσιογραφικούς οργανισμούς να παραμείνουν ανταγωνιστικοί απέναντι σε μεγαθήρια όπως Google και Facebook, που είναι κατεξοχήν εταιρείες μηχανικής και τα τελευταία χρόνια διεκδικούν επικίνδυνα το μερίδιο της δημοσιογραφικής πλατφόρμας. Για να το καταλάβει κάποιος αυτό ας σκεφτεί πώς λαμβάνει την ενημέρωσή του: αγοράζει εφημερίδα, επισκέπτεται τη διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας ή διαβάζει άρθρα στο Twitter ή στο Facebook; Νομίζω ότι η απάντηση στις περισσότερες περιπτώσεις, και ιδίως για τους νέους ανθρώπους, είναι η τελευταία, το οποίο έχει ως επίπτωση οι δημοσιογραφικοί οργανισμοί να χάνουν μεγάλο μερίδιο από τις εταιρείες διαφήμισης που παλιότερα ήταν άρρηκτα συνδεδεμένες μαζί τους. Το να απασχολεί ένας δημοσιογραφικός οργανισμός ανθρώπους που έχουν γνώση τόσο της δημοσιογραφίας όσο και της επιστήμης της πληροφορικής τού δίνει τη δυνατότητα να παρέχει στον χρήστη τις υπηρεσίες που προσφέρουν οι ανταγωνίστριες εταιρείες και να τον φέρει πάλι πίσω στη δική του πλατφόρμα.
Η χώρας μας, από την άλλη, βρίσκεται πολύ πίσω σε σύγκριση με τις ΗΠΑ, αλλά και με χώρες της Ευρώπης, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο ή η Γαλλία. Δυστυχώς η δημοσιογραφία στην Ελλάδα δεν πληρώνεται πλέον, με αποτέλεσμα τη φτηνή δημοσιογραφία που βιώνουμε και μαθαίνουμε να καταναλώνουμε. Υπάρχουν εξαιρέσεις φυσικά. Το άλλο δυσάρεστο που παρατηρώ είναι ότι ως Έλληνες έχουμε μάθει να μην κρίνουμε την ενημέρωση που λαμβάνουμε. Διαβάζουμε μια τυχαία είδηση σε ένα μπλογκ ή από ένα ποστ στο Facebook και δεν μπαίνουμε στη διαδικασία να τη διασταυρώσουμε ή να αναζητήσουμε περαιτέρω πληροφόρηση. Αρκούμαστε στα έτοιμα, και αυτό θεωρώ οφείλεται κατά κύριο λόγο στην παιδεία που έχουμε ως κράτος και κατά δεύτερον στο φτηνό προϊόν δημοσιογραφίας που είναι διαθέσιμο», προσθέτει.
Η ίδια κατάφερε να μετατρέψει την πρακτική της άσκηση στους New York Times σε μια επίσημη πρόταση ένταξης σε ένα από τα μεγαλύτερα δημοσιογραφικά συγκροτήματα του κόσμου.
«Ήμουν στο τεχνολογικό τμήμα, όπου διαχειριζόμασταν τα εσωτερικά δεδομένα των New York Times, όπως πληροφορίες σχετικά με κάθε άρθρο, το περιεχόμενο, την απήχηση που είχε στην ιστοσελίδα, στα κοινωνικά δίκτυα κτλ. Ο ρόλος μου ήταν να δημιουργήσω γραφήματα και εργαλεία για την απεικόνιση αυτών των δεδομένων και την ευκολότερη αναζήτηση άρθρων εσωτερικά των New York Times προς διευκόλυνση των δημοσιογράφων. Ήταν ευχαριστημένοι από τη δουλειά που έκανα κατά τη διάρκεια της πρακτικής μου και έτσι ο μάνατζέρ μου με πρότεινε για μόνιμη πρόσληψη. Υπήρχε ένα άνοιγμα στην ομάδα που έχει ως στόχο την προσωποποίηση της εμπειρίας του χρήστη στη διαδικτυακή έκδοση των New York Times και με προσέλαβαν για να εργαστώ εκεί.
Τώρα γράφω αλγόριθμους και εργαλεία που διαχειρίζονται το πώς ο χρήστης πλοηγείται στην ιστοσελίδα της εφημερίδας, προτείνοντάς του δημοσιογραφικό περιεχόμενο με βάση αυτά που βλέπουμε ότι τον ενδιαφέρουν. Στόχος μας είναι όχι να κατευθύνουμε τον χρήστη, αλλά να τον καθοδηγήσουμε μέσα στην πληθώρα των άρθρων και βίντεο που δημοσιεύουν οι New York Times καθημερινά», επισημαίνει η Κατερίνα και στέκεται στα μελλοντικά της σχέδια.
«Μελλοντικά θα ήθελα να γυρίσω στην Ελλάδα και ίσως να τολμήσω να δημιουργήσω κάτι δικό μου. Προς το παρόν όμως θα ήθελα να συνεχίσω αυτό που κάνω για κάποια χρόνια και να αποκτήσω εμπειρία και γνώση δουλεύοντας ως μέλος σε διαφορετικές ομάδες ή πάνω σε διαφορετικά πρότζεκτ», καταλήγει και με καληνυχτίζει κλείνοντας τη σύνδεση. Με ένα χαμόγελο που θα ζήλευε και ο Φρανκ Άντεργουντ.






Δεν υπάρχουν σχόλια: