Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Η «ανάπτυξη» ταλαιπωρημένη λέξη, η «επένδυση» κρατικοποιημένη. Του Π. Τσοχλιά


Η προσέλκυση επενδύσεων δεν γίνεται με ευχές και δημόσιες σχέσεις, αλλά με συγκεκριμένα ουσιαστικά βήματα και στοχοχρονοδιαγράμματα, τόνισε ο Πρωθυπουργός στη συνέντευξη Τύπου για την παρουσίαση των δράσεων του υπουργείου Ανάπτυξης για το 2013.
Το στοίχημα είναι να αξιοποιήσουμε το κλίμα και τις μεγάλες διαρθρωτικές αλλαγές για να προσελκύσουμε επενδύσεις και αυτό θα το πετύχουμε με συγκεκριμένα στοχοχρονοδιαγράμματα, όχι με ευχές και δημόσιες σχέσεις, αλλά με συγκεκριμένα βήματα, ανέφερε ο Πρωθυπουργός, για να σημειώσει ότι οι επενδύσεις απαιτούν ρευστότητα, η οποία -


όπως είπε- θα προέλθει από την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και την επιστροφή των καταθέσεων.
Αυτά είπε ο κ. Σαμαράς κάνοντας προφανώς αναφορά σε εσωτερικές επενδύσεις αφού για ελληνικές τράπεζες μίλησε. Επίσης προφανώς, γνωρίζει και ο ίδιος καλά ότι με επιδοτήσεις χτίστηκαν οι ανά την Ελλάδα βιομηχανικές περιοχές και με νέες επενδύσεις για επέκταση-εκσυχρονισμό κρατήθηκαν ζωντανές οι περισσότερες των εταιρειών.
Όταν τέλειωσε το …παραμύθι, άρχισαν οι μεταναστεύσεις στις γειτονικές χώρες, αν και πολλοί επενδυτές, προτίμησαν να βάλουν λουκέτο, αντί να συνεχίσουν μια δραστηριότητα για την οποία γνώριζαν από την αρχή ότι δεν είχε λαμπρό μέλλον. Βλέπεται, δεν ήταν κύριο κριτήριο για να εγκριθούν οι μελέτες βιωσιμότητας και ανταγωνισμού που θα είχαν οι προτεινόμενες επενδύσεις.
Πάντως, κάπου έχει απέραντο δίκιο ο Πρωθυπουργός, όταν λέει πως η προσέλκυση επενδύσεων δεν γίνεται με ευχές και δημόσιες σχέσεις. Στη σύγχρονη οικονομία τα ευχολόγια δεν έχουν θέση. Έχει όμως θέση το φιλότιμο, αρκεί να συνοδεύεται από το κέρδος που προφανώς αναμένει κάποιος που επενδύει πραγματικά χρήματα. Και αυτό το φιλότιμο, δύσκολα να το βρούμε σε Καταριανούς, Γερμανούς ή όποιους άλλους ξένους, Εκτός και αν πέσουμε σε φιλέλληνες…
Το φιλότιμο, όταν μάλιστα συνοδεύεται και από αγάπη για την πατρίδα, δύσκολα να το βρούμε και σε μας τους ελλαδίτες. Άλλωστε, αν το είχαμε και είχαμε και τα χρήματα, γιατί να μη προχωρούσαμε σε επενδύσεις. Πως όμως να γίνει αυτό, όταν επί σειρά ετών προϋπόθεση της υλοποίησης μιας επένδυσης ήταν η κρατική χρηματοδότηση. Τελείως διαφορετικό θα ήταν σήμερα το επιχειρηματικό τοπίο στη χώρα μας, αν γινόταν η επένδυση και το κράτος ερχόταν αρωγός στη βιωσιμότητα της, μην εισπράττοντας φόρους για ένα προκαθορισμένο χρονικό διάστημα, ή και όποιες άλλες διευκολύνσεις θα επέτρεπαν στον επιχειρηματία όχι να γίνει κροίσος, αλλά να λειτουργεί μια παραγωγική εταιρεία, με προσωπικό που θα πληρωνόταν.
Ποιοι λοιπόν, με φιλότιμο και αγάπη για την πατρίδα θα ερχόταν να επενδύσουν στην Ελλάδα; Το γράψαμε και άλλη φορά. Έχουμε πάνω από έξι εκατομμύρια απόδημους συμπατριώτες μας, οι οποίοι μεγαλουργούν και επιχειρηματικά. Σε αυτούς θα έπρεπε να στραφεί αρχικά το κυβερνητικό ενδιαφέρον. Γιατί να κερδίζουν επιχειρηματικά σε άλλη χώρα και να μη το πράττουν στην δική τους; Αρκεί το ενδιαφέρον να είναι πατρικό και όχι να τους ζητάμε να συμμετέχουν σε ομολογιακά δάνεια ή άλλου είδους ομόλογα που θα σώσουν την χώρα.
Κλείνοντας, να επανέλθουμε στον τίτλο του σημειώματος. Την «ανάπτυξη» την έχουμε πολλαπλώς ταλαιπωρήσει στην χώρα μας και την «επένδυση» με πολλούς τρόπους την κρατικοποιήσαμε. Μας δόθηκαν όχι τρεις, αλλά πολλές ευχές τις οποίες και σπαταλήσαμε επιθυμώντας και αποκτώντας βίλες και λουσάτα αυτοκίνητα. Αν δεν αλλάξουμε πραγματικά, από την ταλαιπωρία θα καταρρεύσει και το κράτος και η ίδια η κοινωνία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: